Εδώ σε τούτες τες αυλές, τες μαρμαροστρωμένες,
εδώ 'χουν χίλια πρόβατα και τρεις χιλιάδες γίδια.
Σαν κάνουν τον ανήφορο, γιομιζ' ο λόγγος όλος,
σαν πιάσουν τον κατήγορο, γιομίζ' ο κάμπος όλος.
Σαν το μυρμήγκι περπατούν, σαν το μελίσσι βάζουν,
σαν τον αφρό της θάλασσας αφρίζουν τα καρδάρια.
Εμείς ολίγα τα 'παμε κι ο Θιος να τ' αβγαταίνει.
κι αυτά τα λαμπροκέρωτα να ζουν, να τριβδωλάνε!
Αγριογιολιά είναι τ' αλέτρι σου και δάφνη ο ζυγός σου,
είναι φκεντρίκια σου* τριανταφυλλιάς κλωνάρι,
είναι και η ζευγίκια* σου μετάξι συρματένιο.
Δευτέρα μέρα γιούρντισες* να πα να πρωτοσπείρεις.
Η στράτα ρόδα γέμισε και τα χωράφια σπόρο.
- Θα σε ρωτήσω αφέντη μου, πόσα πινάκια σπέρνεις;
-Σπέρνω κριθάρι δώδεκα, σιτάρι δεκαπέντε,
και κατ' στην ακρογιαλιά άλλα σαρανταπέντε,
κι αυτό με το διαστήκανε* περδίκια να το φάνε.
Δεν είν΄περδίκια μαναχά, μον' είναι και λαγούδια.
Πήρα το τουφεκάκι μου να πα να το σκοτώσω.
Ούτε περδίκια σκότωσα ούτε λαγούδια πιάσα,
μον' θέρισα και αλώνισα όλα τα αποφαγούδια.
'Κανα πινάκια αμέτρητα, πινάκια μετρημένα
κι εκεί που τα μετρούσαμε, να κι ο Χριστός κι επέρνα.
Εκεί που στάθηκε ο Χριστός χρυσό δεντράκι βγήκε
κι εκεί που παραπάτησε, βγήκε ένα κυπαρίσσι.
...................
Αφέντη μου πεντάφεντε, πέντε φορές αφέντη!
Πέντε κρατούν το μαύρο σου και τρεις τονε σελώνουν
και δεκοχτώ περικαλούν: Αφέντη καβαλίκα!
Καβαλικεύεις, χαίρεσαι, πεζεύεις καμαρώνεις....
Βάλε τ' αφέντη μ', βάλε το χέρι σου στη τζέπη.
Αν εύρεις γρόσα δω μας, τα φλουριά μην τα λυπάσαι,
βάλε και το γλυκό κρασί, να πιουν τα παλικάρια.
άλλες γεννούν, άλλες κλωσούν, άλλες αυγά μαζώνουν.....
φκεντρίκια=βουκέντρα
ζευγίκια= το σχοινί που τα τραβούν
ιούρντισες= κίνησες
διαστήκανε= μοιραστήκανε





